13 October 2023

Ένα Ρέκβιεμ για τον Βόλο




Στα 1999 ήρθα στο Βόλο, ήμουν νέος και ορεξάτος, το τμήμα αρχιτεκτόνων ξεκινούσε το ταξίδι του σε δανεικό κτίριο, αλλά το πλάνο έλεγε ότι θα αποκτήσει νέο δικό του 10.000τμ, δεν έγινε ποτέ, το δανεικό έγινε δικό αλλά τα 2500τμ έμειναν τόσα, τα οποία παρεμπιπτόντως πλημμύρισαν 3 φορές από τότε, το ταξίδι όμως συναρπαστικό, από εκεί μέσα μίλησα για τέχνη σε πάνω από 2000 νέους αρχιτέκτονες, συνομίλησα με σπουδαίους συναδέλφους, συνεργάστηκα με ανήσυχους ανθρώπους σε δημοτικές και κοινοτικές αρχές, με στελέχη του πολιτισμού, σε κάποια πρότζεκτς, και συνέβαλλα πιστεύω σε μια καλή και δημιουργική ατμόσφαιρα στην πόλη. Νοίκιασα διαμέρισμα πάνω από το πάρκο, κι οι τιμές ήταν καλές, ρετιρέ, δεν ήξερα που να πρωτοκοιτάξω στη θάλασσα ή στο βουνό! Η πόλη ήταν φρέσκια, ή έτσι τουλάχιστον φαίνονταν στα μάτια μου, είχε για χρόνια καλή διοίκηση και κατακτημένες συγκροτήσεις που θα ζήλευε κι η Αθήνα, δημοτικές σκηνές, πολιτιστικούς χώρους, ωδεία, βιβλιοθήκες, μπαράκια, τσιπουράδικα, αγορά που θύμιζε το παλιό εμπορικό τρίγωνο της Αθήνας, ψαράδες στην παραλία, παραθαλάσσια πάρκα με παιδικές χαρές για βόλτες, σπουδαίο πράγμα για τους γονείς μικρών παιδιών, καλές αθλητικές εγκαταστάσεις, δεν έλειπε τίποτα, τα είχε όλα από λίγο, αλλά είχε και το Πήλιο σαν αυλή, αχ αυτό το Πήλιο τότε, κάθε μέρα ανέβαινα να πάρω νερό από τις βρύσες του, το νερό του Βόλου ποτέ δεν πινόταν, να συναντήσω την αύρα του Θεόφιλου, τα καλντερίμια, τα βράδια του χειμώνα στο πάρκο μύριζαν όμορφα τα ξύλα από τις λίγες τότε ξυλόσομπες, που και που χιόνιζε, τα καλοκαίρια κολυμπούσαμε ακόμα και μέσα στην πόλη, τις γύρω παραλίες τις έφτανα σε 10-30 λεπτά, κι αν είχα όρεξη καβαλούσα το βουνό και σε μια ώρα βρισκόμουν στο Αιγαίο, το πιο θαυμαστό από όλα όμως ήταν "η ώρα του Ντε Κίρικο", τα ανοιξιάτικα απομεσήμερα του Σαββάτου όπου, θες το τσίπουρο θες το πλάγιο φως θες η λιγοστή κίνηση εκείνη την ώρα, η πλατεία του Αγίου Νικολάου μετασχηματιζόταν σε έργο του, κι αν μισόκλεινες τα μάτια μπορούσες να τον δεις να τριγυρίζει, να κοίτα, έλεγα στην παρέα, εκεί, σε εκείνη την σκιά μέσα θα εμφανιστεί! Ερωτεύτηκα.
Τα σαββατοκύριακα με 0,70 την βενζίνη και χωρίς διόδια δεν το πολυσκεφτόμουν για Αθήνα, ή με το τραίνο κατευθείαν για Πειραιά, η Θεσσαλονίκη ακόμα πιο κοντά, η Λάρισα στη γειτονιά, μικρές αποστάσεις και χαλαρός ρυθμός, τέλειωνες δέκα δουλειές σε ένα πρωινό, που σε έκανε να παραβλέπεις ότι δεν είχε καλή δημόσια συγκοινωνία, μπορούσα να πηγαίνω παντού με ποδήλατο, ή εξιδεικευμένες ιατρικές υπηρεσίες, να παραβλέπω κάτι περίεργες εμμονές που κόλλαγαν κατά καιρούς στους ντόπιους, να φτιάξουν την Αργώ, να βάζουν παντού αγάλματα Κενταύρων και ταυτοχρόνως να λατρεύουν τον Χριστόδουλο. Παραβλέπαμε, ήμασταν ακόμη νέοι, είχε όμως θαυμάσια σχολεία, παιδικούς σταθμούς και κέντρα δημιουργικής απασχόλησης για όλα τα παιδιά. Γοητεύτηκα, έγινα διαφημιστής του, προσκαλούσα φίλους και συγγενείς από την Αθήνα, βρήκα αξιόλογους ανθρώπους, έκανα νέους φίλους, συντρόφους σε αναζητήσεις και διαβάσματα, στα πέριξ βρήκα την ιστορία της Θεσσαλίας, τους ληστές μου, την μεταβατική κτηνοτροφία, τον Ταχρά Μπέη, σιγά σιγά έφτιαχνα ένα κόσμο εδώ που με χώραγε. Βρήκα οικόπεδο οικονομικό, μεγάλωσε η οικογένεια, χρεωθήκαμε και χτίσαμε ένα σπίτι, όνειρο για τα δεδομένα μου, μεγάλωναν όμορφα τα παιδιά εδώ, η Αγριά ήταν ακόμα καλύτερη, κι επενδύσαμε τις ζωές μας εδώ, αφελώς αλλά τότε νομίζαμε ότι παίρναμε μερίδιο στον παράδεισο, αραίωσα τα ταξίδια στην Αθήνα, τα πράγματα είχαν πάρει το δρόμο τους, κι εγώ απλώς ακολουθούσα, έκανα ρίζες. Δούλεψα, ζωγράφισα πολύ, όχι όσο θα ήθελα αλλά από το εργαστήριο μου βγήκαν δέκα εκθέσεις, εδώ, στην Αθήνα στην Θεσσαλονίκη, στο ευρωκοινοβούλιο, άλλες τόσες προτάσεις επιμελήθηκα, συνεργασίες με φοιτητές μου, για το πάρκο γλυπτικής του Αναύρου, για τον ελαιώνα της Αγριάς, για τους δημόσιους χώρους της Μακρινίτσας, για τα αρχοντικά του Πηλίου, για τις πλατείες των Τρικάλων και της Λαμίας, για το Καστράκι στην Δραπετσώνα, κ.α.
Ώσπου ήρθε η κρίση, στην αρχή ήταν μόνο η οικονομική στενότητα το πρόβλημα, σύντομα όμως φάνηκε ότι ήταν σαν κάποιο καπάκι να τινάχτηκε και από τα έγκατα ξεχύθηκαν άσχημα κι άγρια απωθημένα πάνω σε όσα νομίζαμε για ανθεκτικά, ένας εσμός από παραχριστιανικές παραπολιτικές φασίζουσες και παραποδοσφαιρικές πεποιθήσεις απλώθηκε στην πόλη, μια φανατισμένη προ-πολιτισμική φρενίτιδα την κατέλαβε κι έσβησε την μνήμη της, ήρθαν τα άγρια κι έδιωξαν τα ήμερα όπως λέει ο λαός, σαν να μην είχαν μεγαλώσει οι βολιώτες μέσα σε τόσες συλλογικές φροντίδες, και γρήγορα βρήκαν τον εκφραστή τους, ο νευρωτικός Αχιλλέας Μπέος ήταν όσα θα ήθελε να είναι κάθε βολιώτης που ένοιωθε καταπιεσμένος από την προηγούμενη εξημερωτική κατάσταση που κυριαρχούσε επί δεκαετίες στην πόλη, μπρούτος, μισογύνης, ομοφοβικός, βρομόστομος, πατερναλιστής, λαμόγιο, λειτουργικά αναλφάβητος, λεχρίτης αλλά νικητής, άρχοντα τους τον ονομάτισαν, τους έκανε όλα τα γούστα, τους στόλισε το κέντρο, φτηνιάρικα αλλά έτσι είναι το γούστο εδώ, να βγάζουν σέλφις με μόνιμη λεζάντα "Βολάρα, η ομορφότερη πόλη". Ο Βόλος όμως από τότε κάθε μέρα για δέκα χρόνια έχανε και κάτι από όσα τον έκαναν όμορφη πόλη, αξιόλογα κτίρια ή πράγματα δεν είχε να χάσει, η ομορφιά του δεν ήταν υλική, ήταν στην θέση του στην ατμόσφαιρα στους ανθρώπους και στις σχέσεις τους, έχανε πολιτισμό, στον ορίζοντα των βολιωτών την ορχήστρα υπό την διεύθυνση του Συμεών Κόγκαν την αντικαθιστούσε η Πάολα, την θέση του Μαύρου Θέατρου της Πράγας την έπαιρνε ο Ρουβάς ή ο Καρράς, αντί με τον Μέμο Γκονζάλες ροκάρουν πια με τον ...Σταν. Στη καρδιά της πόλης, στον μικρό χώρο εκθέσεων του Αχιλλείου, που τον βρήκα ανενεργό και τον είχα υποστηριξει με αρκετές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, ο σύγχρονος Αχιλλέας, αφού τον διέγραψε, στέγασε ένα ...ΚΕΠ!
Δεν έδινα μεγάλη σημασία, απλώς δεν μοιραζόμουν την ίδια παιδική χαρά με τους βολιώτες για τα λαμπάκια των Χριστουγέννων, άλλωστε εγώ είχα να καμαρώνω για την προσπάθεια του Δημήτρη στο πόλο που μαζί με λίγα ακόμα ενδιαφέροντα έγιναν ο κόσμος μου τα τελευταία 10 χρόνια. Ωστόσο δεν έμεινα ανεπηρέαστος, η ατμόσφαιρα βάρυνε, σύμφωνα με τον δήμαρχο από πανεπιστημιακοί δάσκαλοι είχαμε μεταβληθεί σε κοπριτες, από καλλιτέχνες σε φλώρους, και ο Ντε Κίρικο λεγόταν πια κικιρικου! Μέσα σε αυτό το κλίμα η δημιουργική διάθεση έγινε αμφιθυμη, όλων, η δική μου σίγουρα, έπιανα πλέον συχνά τον εαυτό μου να εκνευρίζεται από την ίδια πόλη που πριν αγαπούσα, εκείνος ο μπρουλεσκ μπλέ ουρανός, δεν ήταν κάτι σημαντικό, το καταλάβαινα, μου δημιουργούσε όμως τέτοιο οπτικό εκνευρισμό που ασυναίσθητα απέφευγα το κέντρο τις νύχτες των γιορτών, επί εννέα χρόνια.
Με συνοπτικές διαδικασίες ο δημιουργικός Βόλος που είχα αγαπήσει μεταβλήθηκε σε έναν μεγάλο χωριό που ενδιαφέρεται μόνο για το ταμείο στο πανηγύρι, η κίνηση έγινε άναρχη, η ήσυχη πόλη χαοτική, αυτοκίνητα σταθμεύουν πλέον σε όλα τα πεζοδρόμια που χωράνε, τα παλιά τσιπουράδικα χάθηκαν δια της ανακαινίσεως, τα μεγάλα δέντρα που χαιρόμουν τα πήρε ο διάολος, οι παιδικοί σταθμοί δεν επαρκούν, το πανεπιστήμιο και το νοσοκομείο μαραζώνουν από την υποχρηματοδότηση, οι απόφοιτοί μας εγκαταλείπουν χωρίς δεύτερη σκέψη την πόλη που δεν τους δίνει την παραμικρή ευκαιρία, κι αυτή ίσως είναι η μεγαλύτερη από τις φτώχειες που την μαστίζουν, οι υποδομές εγκαταλήφθηκαν στην τύχη τους, η οικοδομική δραστηριότητα σταμάτησε ή επιβραδύνθηκε, τον χειμώνα δεν μπορείς να αναπνεύσεις από τα τζάκια που καίνε μέσα στην πόλη, όλο τον χρόνο από τα σκουπίδια που καίει η ΑΓΕΤ, ο Παγασητικός έγινε ακατάλληλος και απειλείται περαιτέρω με το υγροποιημένο αέριο, στο Πήλιο πια ανεβαίνω σπανίως. Μόνο τα άβολα καφέ για το χέρι και οι ποδοσφαιρικές ομάδες πολλαπλασιάστηκαν. Η Αγριά ως προάστιο του Βόλου ξανάγινε χωριό αλλά μη αυτοδύναμο πλέον, δεν την αναγνωρίζω, έφυγαν όλες οι υπηρεσίες που είχε. Έχω να κάνω έκθεση σε δημοτικό εκθεσιακό χώρο τα εννέα χρόνια του Μπέου, συνειδητά, κι έχω κρυώσει και με τους συναδέλφους μου γι΄ αυτό, δεν σκοπεύω να του χαραμίσω άλλα πέντε. Όποιος μιλούσε για αυτά ήταν παραφωνία στην επιδημία ψευδούς θετικής ενέργειας που είχε επιμολύνει την πόλη.
Και μετά ήρθαν οι πλημμύρες που έδωσαν την χαριστική βολή στις ανεπαρκείς υποδομές, μας γέμισαν λάσπη, αλλά φανέρωσαν το νέο πραγματικό πρόσωπο του Βόλου, μια πόλη που έχει εκφασιστεί, που την κατοικούν απολίτιστα ανθρώπινα όντα που δεν δίνουν δεκάρα για τους άλλους, τους πιο αδύναμους τους πιο φτωχούς, καλά για τους ξένους δεν συζητάμε, που χωρίς καν να σκεφτεί τι πρέπει να γίνει σπεύδει να κλείσει για ένα τουλάχιστον χρόνο τα κολυμβητήρια του ΕΑΚ επειδή έπαθαν κάποιες ζημιές, μια πόλη που κυριαρχούν οι χουλιγκάνοι άντρακλες με παντελόνια και οι πάτρωνες τους, δλδ οι πολιτευτές της τοπικής ακροδεξιάς, οι μουλωχτοί ιεράρχες και οι καλόγεροι της παραθρησκευτικής εξουσίας, οι επιχειρηματίες των παζαριών, οι στοιχηματζήδες, οι ραντιέρηδες του κάμπου, κι οι αυτο-ανακηρυγμένοι εργολάβοι που λυμαίνονται τις αναθέσεις των δημόσιων έργων.
Το χειρότερο από όλα όμως, το πιο δυσεπίλυτο, είναι η αντίθετη αντίληψη, ότι για όλα αυτά που πάνε κατά διαόλου, οι βολιώτες, η πλειοψηφία τους, πιστεύουν ότι πάνε καλύτερα! Πιστεύουν ότι ο Βόλος αναπτύσσεται, παρά τα στοιχεία, παρότι είναι η μοναδική θεσσαλική πόλη που είδε τον πληθυσμό της να μειώνεται μέσα στη δεκαετία! Πέρασαν σχεδόν 25 χρόνια, τα παιδιά μου μεγάλωσαν και πέταξαν μακριά, μεγάλωσα κι εγώ, δεν ξέρω αν έχω δύναμη να παλεύω με τον βόθρο που ξεχύθηκε στον Βόλο ή να αφεθώ κι εγώ όπως τόσοι συντοπίτες. Νοιώθω ότι ο κύκλος μου εδώ ολοκληρώνεται, καθώς αποκλείεται να συμβιβαστώ ή έστω να συνηθίσω το τέρας.

20 April 2020

Τα σπίτια της καραντίνας


Ήμουν δώδεκα χρονών, και κάθε μέρα που περπατούσα το ένα χιλιόμετρο από το σπίτι στο γυμνάσιο, η πόλη μου φαινόταν ερεθιστική στο πρωινό φως. Παρατηρούσα, τα πεζοδρόμια, τις εισόδους, τα πλατύσκαλα, τις προσόψεις, τα κτίσματα στο σύνολο σε αυτή τη γωνιά του κόσμου δεν είχαν ρυθμό.  Κατοικίες σε ένα ή δυο ορόφους με στενές εισόδους-σκάλες, ώστε να χωρέσουν στα περιορισμένα όρια των προσφυγικών οικοπέδων τα μαγαζιά που ήταν απαραίτητα είτε για ιδιόχρηση από το μάστορα ή μικροέμπορο ιδιοκτήτη είτε για να νοικιάζονται – σήμερα τα περισσότερα ισόγεια δεν έχουν κανένα εμπορικό ενδιαφέρον και κατέληξαν να στεγάζουν μια ή δυο θέσεις στάθμευσης. Παρόλη όμως την ομοιότητα των αναγκών εκείνη η λαϊκή συνοικία είχε μια σχετικά μεγάλη ποικιλία σπιτιών.
Ωστόσο λίγα κτίσματα μου άρεσαν, τα παλιά βιομηχανικά πέτρινα κτίρια της μάντρας του μπλόκου, ιδιαίτερα η ξύλινη πορτάρα της, ένα εργοστάσιο εσωρούχων που τότε ακόμα λειτουργούσε, και η λέσχη Ποντίων, ένα επιβλητικό αλλά αυστηρό κτίριο με ορθομαρμαρώσεις, άσχημο, όπου όμως έπαιξα τον ένα και μοναδικό θεατρικό ρόλο μου, σε ηλικία πεντέμισι ετών, σε μια παράσταση της έκτης γυμνασίου ιδιωτικού σχολείου, «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», εγώ ήμουν στο νηπιαγωγείο αλλά τέλος πάντων με διάλεξαν να κάνω τον Ορέστη. Η όλη κατάσταση στις πρόβες όπως και τα παρασκήνια που μου είχαν φανεί δαιδαλώδη με μπέρδεψαν τόσο ώστε να πιστέψω πως η Ιφιγένεια ήταν πραγματικά αδελφή μου και να ρίξω ένα σπαρακτικό κλάμα στα πόδια του Αγαμέμνονα. Θρίαμβος!
Επανέρχομαι στα σπίτια, μου άρεσαν τα ταπεινά, ισόγεια, φτωχικά προσφυγικά σπιτάκια, με μικρά δωμάτια και ακόμα μικρότερες αυλές. Σπίτια που κάποιος παρατηρητικός πρόσεχε είτε την αδιάκοπη εναλλαγή ενοίκων είτε την ισόβια κατοίκηση από μοναχικούς ανθρώπους, πρόχειρες κατασκευές που παρόλη την φροντίδα και τα ασβεστώματα φώναζαν, «είμαστε για προσωρινή κατοίκηση». Μαζικές κατασκευές με αποστολή κέντρου διερχομένων, γι’ αυτό φτιάχτηκαν, για να μπουν οι πληγωμένοι άνθρωποι που έφταναν κάποτε σαν τα τρελά πουλιά, να μείνουν ώσπου να γιατρέψουν τις πληγές τους, να ορθοποδήσουν και να φύγουν για κανονικά σπίτια. Άλλο που, πολλοί έμειναν μια ζωή, κι έμειναν και τα παιδιά τους. Η  ορθοπόδηση αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολη υπόθεση από τη διάσωση. Άλλωστε ακολούθησαν άλλες περιπέτειες, και δεν έμεινε καταστροφή που να μην χωρέσει σε τούτο το τόπο.  

Ανάλογης αποστολής ήταν οι αυλές, τα λαϊκά αθηναϊκά σπίτια,  όλα αυτά τα επιμέρους δωμάτια-σπίτια που δεν έβλεπαν σε δρόμο αλλά στην κοινόχρηστη εσωτερική αυλή, και η πρόσβαση σε αυτά γινόταν από ένα πέρασμα που υπήρχε στο πλάι ή κάτω από άλλο  κτήριο που ήταν εξωτερικά στην πρόσοψη. Σε μια τέτοια αυλή στην οδό Ροϊκου, στο Ν. Κόσμο, έζησε για αρκετά χρόνια ο πατέρας μου με την αδελφή του και τη θεία Ελένη που τους έφερε στην Αθήνα το 1942 όταν πέθαναν από την πείνα της κατοχής οι γονείς και ακόμα μια τους κόρη στις Σπέτσες. 
Θέλω να πω τα σπίτια σχηματίζονταν έτσι ή αλλιώς, με αυτά κι όχι τα άλλα υλικά γιατί έχουν κάποια αποστολή στα πλαίσια της ανάγκης ή του συλλογικού φαντασιακού της εποχής τους. Αν προκύπτουν άμεσες και μεγάλες ανάγκες στέγασης τότε τα σπίτια φτιάχνονται γρήγορα, πρόχειρα και μικρά, όπως τότε. Και δεν σταματούν να μετασχηματίζονται, μαθαίνουν τα χούγια των ενοίκων,  οι τοίχοι εισπνέουν τις εκπνοές και τα παλιά κύτταρα των ανθρώπων γεμίζουν τις μικρές ρωγμές. Έπειτα, τα σπίτια μιλούν για τους ανθρώπους τους, μυρίζουν όπως αυτοί, περιγράφουν στην εντέλεια ποιοι είναι και τι θέλουν, ποιους φόβους και ποιες ελπίδες είχαν. Μετά έρχονται άλλοι, οι μεθεπόμενοι, που δεν έχουν βιώσει όσα βίωσαν κι έλπισαν εκείνοι οι άνθρωποι, και αποφαίνονται "τι όμορφα που ήταν τα προσφυγικά!... με τα γεράνια και τις τριανταφυλλιές τους", αλλά δεν έχουν πολλά να πουν για όσα δεν είδαν, για τους τοίχους από πισσωμένο χαρτόνι ή πλίνθους, για τις στέγες που έσταζαν, για τις σκάλες το τρεχούμενο νερό και την αποχέτευση που έλειψαν για χρόνια.
Τότε όμως στα 1975,  εννοείται πως φανταζόμουν κι εγώ όπως οι περισσότεροι τη ζωή μακριά από αυτή τη συνοικία, πλάθοντας φαντασιακά αστικά περιβάλλοντα με ελεύθερη συναρμογή πραγματικών εικόνων από την Αθήνα αλλά και από τον κινηματογράφο. Συνήθως δεν σταματούσα στο σκηνικό, αλλά ξεκινώντας από κάποια μικρή, ασήμαντη ίσως, λεπτομέρεια, ένα απλωμένο εσώρουχο στην αυλή, ή μια ανθισμένη νεραντζιά μπροστά από ένα μισάνοιχτο παντζούρι, ένα κορίτσι που πέρασε μια στιγμή πίσω από ένα κουρτινάκι έπλαθα σενάρια για τους κατοίκους τους και αργοπορούσα να φτάσω στο γυμνάσιο.


Όμως, το σπίτι που θαύμαζα ήταν ένα! Γωνιακό, δίπατο με εκλεκτικιστικά στοιχεία, στέγη με ακροκέραμα στις γωνίες, «η βίλα του Αμερικάνου» με δυο συμμετρικές ημικυκλικές σκάλες που αγαλλίαζαν κάτι που κάποτε θα υποδύονταν μια λιμνούλα και οδηγούσαν στην υπερυψωμένη είσοδο. Το κοίταζα κάθε πρωί, παρατημένο φαινόταν, με κλειστά τα παράθυρα, πάντα σφαλιστή την κεντρική δίφυλλη πόρτα εισόδου στο πεζοδρόμιο. Κάποιος έμενε όμως αφού κάποτε έβλεπα ανοιχτό ένα φύλλο παντζουριού σε κάποιο παράθυρο, ή άναβε ένα φως το βράδυ, αλλά αυτό ήταν όλο. Πότε δεν είδα τον Αμερικάνο
Στο πεζοδρόμιο είχε ένα μαρμάρινο φαγωμένο στις ακμές πλατύσκαλο και δίπλα ένα σκουριασμένο ποδόμακτρο. Όλη η επαφή μου με το σπίτι διαρκούσε όσο να κάνω τα βήματα περνώντας μπροστά του, αλλά η φαντασία μου οργίαζε. Όταν αργότερα το νοίκιασε η οικογένεια ενός συμμαθητή μου πέρασα το κατώφλι. Τότε το βρήκα κάπως ενοχλητικά ψηλοτάβανο, παραμελημένο και άδειο όπως τα διοικητήρια των στρατοπέδων όπου αργότερα υπηρέτησα. Τι τα θέλετε, μόλις πέρασα μέσα η μαγεία είχε χαθεί. Το σπίτι είχε χάσει προ πολλού την αποστολή του, δηλαδή να στεγάσει και να επιδείξει τον Αμερικάνο
Μερικά χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του 80, «η βίλα του Αμερικάνου» κατεδαφίστηκε, και στη θέση της κτίστηκε μια πολυκατοικία από τις χειρότερες. 
Σήμερα, αν τύχει να περάσω από το πεζοδρόμιο δεν κοιτάζω.




Οι πολυκατοικίες είναι δυο ειδών. Εκείνες που στέγασαν στο κέντρο της πόλης την τάξη των εμπόρων που βγήκε αλώβητη από τον πόλεμο, κυρίως εκείνους που είχαν επενδύσει σε χρυσό, και κοντά σε αυτούς και όσους πρόσφεραν τις υπηρεσίες που χρειαζόταν η αναδυόμενη κυρίαρχη κοινωνική μερίδα, επιστήμονες, γιατροί, αρχιτέκτονες, κα.  Οι πολυκατοικίες αυτές με τα άνετα, καλοσχεδιασμένα και καλοχτισμένα διαμερίσματα, με πάνω ορόφους ανάλογους με την οικονομική διαστρωμάτωση, και υπόγεια για τους νεοαφιχθέντες επαρχιώτες που αναλάμβαναν τις κατώτερες εργασίες, πολλές φορές εντός του μικρόκοσμου της πολυκατοικίας, επιτέλεσαν πολύπλοκη αποστολή, πολυπλοκότερη ίσως των προσφυγικών ή των αυλών, εφόσον είχαν κτιστεί για να αντέχουν στο χρόνο και στους μετασχηματισμούς της πόλης.
Η ραγδαία αστικοποίηση όμως δημιούργησε τεράστιες ανάγκες στέγασης, και δεν ήταν δυνατό να ικανοποιηθούν όλες με την ποιότητα των αρχικών πολυκατοικιών, ήταν θέμα διαθέσιμων κεφαλαίων. Ο πολύς ο κόσμος έμεινε και μένει, πεπεισμένος πως είναι εντάξει έτσι, στις πολυκατοικίες της μαζικής αντιπαροχής, που κατασκευάστηκαν για να στεγάσουν μικρότερα αλλά όχι ασήμαντα όνειρα, για να καλύψουν βασικές ανάγκες, αερισμό, επαρκώς φωτισμένους χώρους, θέρμανση, κα. Οι πολυκατοικίες αυτές δημιούργησαν τους μικροαστούς, περισσότερο από όσο αυτοί εκείνες - στέγασαν ανθρώπους που προηγουμένως είχαν ξεκόψει από τη γη τους εγκαταλείποντας την χρόνια ανασφάλεια του μόχθου για να βρουν καταφύγιο στην ασφάλεια της μισθωτής εργασίας και στην ανωνυμία της ίδιας πόρτας.

Υπάρχουν φυσικά κι άλλα είδη σπιτιών, μικρά και μεγάλα, πολυτελή και παράγκες, όλα όμως για κάποια αποστολή ζωής είναι φτιαγμένα, λιγότερα εκείνα που μπορούν να επιτελέσουν το έργο «μένουμε στο σπίτι», περισσότερα τα άλλα, τα δυάρια και τα τριάρια που κατασκευάστηκαν για να απορροφηθούν τα στεγαστικά δάνεια, με κλεισμένους και τακτοποιημένους πλέον τους ημιυπαίθριους χώρους, σπίτια με ελάχιστους εσωτερικούς κοινόχρηστους χώρους, με υποτυπώδεις εξώστες, με μικρές κάμαρες πολύ κοντά στις απέναντι κάμαρες, σπίτια φτιαγμένα για ανθρώπους που εργάζονται 8ωρο, σπίτια που επαρκούν για ένα ύπνο ένα μπάνιο ένα μαγείρεμα και δυο ώρες μπροστά σε μια τηλεόραση, κι αυτή ήταν όλη η αποστολή τους, ούτε λίγη ούτε πολλή - αλλά, σπίτια εντελώς ακατάλληλα για συνεχή κατοίκηση, συγκατοίκηση, εργασία εξ αποστάσεως και κάτοικόν νοσηλεία αν χρειαστεί. 
Κι όμως αυτά είναι τα σπίτια που αναλαμβάνουν σήμερα το βάρος του φόβου μας, που καλούνται και προσπαθούν να παίξουν ένα άγνωστο ρόλο, να κρατήσουν για καιρό την αποστασιοποιημένη ζωή μέσα τους, και όχι όπως θέλει το μότο, εμείς να «μένουμε στο σπίτι». Δύσκολο έργο, τα σπίτια ζορίζονται περισσότερο από τους ανθρώπους. 
Ας συμπαρασταθούμε στα σπίτια της καραντίνας, να ακούμε τη φωνή τους, να στηρίξουμε τους τοίχους τους, να πλένουμε τα δάπεδα, τα σιφώνια καθαρά, τα συρόμενα τζάμια τους διαυγή, για να μείνουμε κι εμείς διαυγείς ως το τέλος - αυτή είναι  η δική μας αποστολή. 

20 March 2020

Παρατηρήσεις πάνω στις ημέρες της καραντίνας



(Παιχνίδι παραφράσεων του Λούντβιχ Βιττγκενστάιν, " 
για συνθήκες ακινητοποιημένου χρόνου.)


απομεινάρια του ακινητοποιημένου χρόνου της Χιροσίμα 


1η ημέρα καταγραφής

1. Υπάρχουν μέρες έντονες και άλλες που ξεχνιούνται. Αυτές οι μέρες όμως διαφέρουν από όλες όσες έχουμε ζήσει, είναι καθαρό παρόν. Μπορεί κάποιος να φανταστεί μια εικόνα για το καθαρό παρόν, χωρίς παρελθόν και μέλλον; 

2. Και πως μαθαίνει κάποιος ποιες μέρες είναι κανονικές, ή ποιες ιδεώδεις;

3. Αν πω μια ημερομηνία για την οποία ήμουν σίγουρος μέχρι χθες, λόγου χάρη την 11η Οκτωβρίου 1963, συνεχίζω να τη θεωρώ ως το σημείο του χρόνου πραγματικό;

4. Πως προσδιορίζω τον χρόνο στην καραντίνα; Πάνω σε ποια βάση λέει κανείς εκείνό ήταν πριν ή το άλλο έγινε μετά;

5. Οι άνθρωποι μπορούν να έχουν την έννοια του ενδιάμεσου χρόνου αν δεν είχαν ποτέ μια πλήρη χρονική εμπειρία;

6. Από όταν ο άνθρωπος επινόησε τη γραφή και στερεώθηκε η γλώσσα, μπήκε στο χώρο του τρισδιάστατου χρόνου: παρελθόν παρόν και μέλλον. Ακόμα και το σώμα προσαρμόστηκε στο ρευστό τρισυπόστατο χρόνο όπου κινείται.

7. Πως γίνεται αισθητή η φθορά όταν παύει ο χρόνος να έχει πριν και μετά; Το γλωσσικό παιχνίδι θα μπορούσε να αντικαταστήσει την χαμένη επιλογή του μεικτού χρόνου;

8. Ακόμα κι αν η καραντίνα δεν αποτελεί ενδιάμεση χρονική στιγμή, δεν θα μπορούσε να υπάρχει κόσμος για τον οποίο υπάρχει μόνο η καραντίνα; Στατικός κόσμος. Όπως όταν κάποιος έχει γεννηθεί στην προσφυγιά;

9. Έστω κάποιος που έχει μάθει να βρίσκει ποια μέρα είναι ή να αφηγείται ιστορίες για μια δεδομένη χρονική στιγμή που έχει περάσει, για το 1821 για παράδειγμα, δηλαδή κάποιος που γνωρίζει την έννοια της ροής του χρόνου. Του ζητείται τώρα να φανταστεί ένα αντίστοιχο χρόνο στο μέλλον. Σε συνθήκες καραντίνας ενδέχεται να μην κατανοήσει την εντολή αυτή και ίσως αντιδράσει λες και του είχαν ζητήσει να μεταφερθεί σε μια στιγμή του παρελθόντος μέλλοντος.

10. Ο άνθρωπος στην καραντίνα βιώνει μια συμπύκνωση του χρόνου στο παρόν, δίχως παρελθόν και μέλλον, κανένας δεν κλείνει ταξίδι διακοπών για το καλοκαίρι, αργά ίσως αλλά ατονεί παρόμοια η βαρύτητα του παρελθόντος.

11. Και έπειτα χάνονται και οι διαχωριστικές γραμμές στο χώρο και στην κατάσταση. Ποιος μπορεί με σιγουριά να δείξει εκείνον που ήταν πρόσφυγας και ξεχώριζε από εκείνον που δεν ήταν; Και έχει την ίδια αίσθηση και ο πρόσφυγας που έχει προϋπηρεσία στην καραντίνα, ή αν έχει ξένη γλώσσα, θα μας ήταν δύσκολο να μεταφράσουμε τις λέξεις του για τα συναισθήματα στις δικές μας.

12. Ας φανταστούμε ένα λαό με αχρονικότητα, δηλαδή δίχως παρελθόν και μέλλον, μόνο με ένα επαναλαμβανόμενο καθημερινά παρόν, άρα εδώ περισσεύει η λέξη κάθε. Δεν θα είχαν τις ίδιες έννοιες για τις διαστάσεις του χρόνου με αυτές που έχουμε εμείς. Διότι ακόμα κι αν υποθέταμε ότι μαθαίνουν να μιλούν ελληνικά, κι επομένως έχουν όλες τις ελληνικές λέξεις για το χρόνο την κίνηση και τον προσανατολισμό, θα τις χρησιμοποιούσαν διαφορετικά από εμάς αφού θα μάθαιναν τη χρήση τους στην καραντίνα.

13. Η περιγραφή των φαινομένων της αχρονικότητας της καραντίνας αποτελεί μέρος της ψυχολογίας: κι επομένως και αυτή των φαινομένων της κανονικής ζωής. Η ψυχολογία περιγράφει μονάχα τις αποκλίσεις της αχρονικότητας, της καραντίνας, από την κανονική ζωή.

(συνεχίζεται)

2η ημέρα καταγραφής


14. Μπορούν οι λέξεις πρωί, απόγευμα, βράδυ, νύχτα να υποκαταστήσουν τις λέξεις χθες, πέρυσι, αύριο, του χρόνου; Μπορούμε να φανταστούμε τα ρήματα χωρίς τους χρόνους παρελθόντος και μέλλοντος;

15. Η καραντίνα επαναφέρει σε ισχύ τoν κυκλικό χρόνο και άρα το μύθο της επίπεδης γης.


16. Και τι γίνεται με τις λέξεις ελπίζω, προετοιμάζω, ονειρεύομαι, πώς τροποποιούνται οι σημασίες τους;


17. Η απροσδιοριστία στην έννοια του χρόνου που κυλά έγκειται, πάνω από όλα, στην απροσδιοριστία της έννοιας της συνέχειας του γραμμικού χρόνου, επομένως της μεθόδου σύγκρισης των χρονικών στιγμών.

08 April 2018

Η κακία του τοπίου


                                 
Υπάρχει μια γεωγραφία της δυστυχίας, ένας χώρος που ξεκινά από τα βορειανατολικά της μαύρης θάλασσας και διαγράφει την καμπύλη ενός τόξου γύρω από την ανατολική μεσόγειο περνώντας από τη Μέση Ανατολή την Αραβία και την Αίγυπτο για να καταλήξει στην υποσαχάρια Αφρική, μια δύσβατη κι άγονη μεριά του κόσμου όπου έχουν αποτύχει όλα τα συστήματα κι οι τεχνολογίες του ανθρώπου, ένας τόπος που δεν μπόρεσε ποτέ σχεδόν να θρέψει τους κατοίκους του, κι όπου η ευτυχία είναι πάντα μια μυθική αφήγηση του παρελθόντος σε όποιο σημείο του παρελθόντος κι αν σταθείς, μια ουτοπία βασισμένη στην αναπαράσταση του χαμένου παραδείσου. Στο κέντρο αυτού του χώρου βρίσκονται, η Παλαιστίνη, η Συρία, η γη της Χαναάν, η Ιερουσαλήμ, η Πεντάπολις των Φιλισταίων, η Ιεριχώς, η Αντιόχεια, η Δαμασκός, η Μαχαιρούς, η Πέτρα η Καισάρεια, η Σελεύκεια, η Τύρος. Εκατοπενήντα ήταν μονάχα οι Ελληνικές πόλεις, άλλες τόσες οι Ρωμαϊκές, εκείνες των Φοινίκων, των Φιλισταίων, των Ιουδαίων επί δώδεκα φυλές, των Οθωμανών και των Αράβων, χώρια τα λιμάνια των Βρετανών, οι πύργοι των Γάλλων, τα μοναστήρια των Λατίνων, οι Τεκέδες, τα αγιάσματα, οι θρόνοι, οι σπηλιές κι οι έρημοι των Αγίων, τα μπουντρούμια, κι οι αμέτρητες Αλεξάνδρειες, και παραδίπλα η Μέκκα, η Ευδαίμων Αραβία, το Κάϊρο, όλα αυτά γύρω και κάτω από το Σινά, η Τρίπολη και οι οάσεις, άλλες που ακόμα στέκουν κι άλλες που δεν ξεχωρίζουν πια από τη σκόνη, εκεί που είναι ζεστά και θεϊκά συνωθούνται και πολεμούν φυλές και θρησκείες αιρέσεις τάγματα ιπποτών κι αγγέλων προφήτες και σαλοί, με την ίδια αποστολή, ιερή κι αδιαπραγμάτευτη, να σώσουν την ψυχή του ανθρώπου, με το σπαθί τη φωτιά το διωγμό την σκλαβιά, εκεί που παραδόξως γράφτηκαν αντιγράφτηκαν και μελετήθηκαν τα πιο σπουδαία του αρχαίου κόσμου που ακόμα σκιρτά, εκεί όπου χτίστηκε και γκρεμίστηκε Ναός του Σολομώντα, όπου υψώνεται ο Γολγοθάς, Τζαμιά κι εκκλησίες - ακόμα και το Άουσβιτς θα συμπεριελάμβανα σε αυτή τη γεωγραφία, άλλωστε και το Αιγαίο και τα Βαλκάνια άλλοτε προσχωρούν κι άλλοτε απομακρύνονται. Τι συμβαίνει όμως από τους προϊστορικούς χρόνους και το αίμα κυλά πιο άφθονα από το νερό; Αν ήταν να χαρακτηρίσω αυτό το τόπο με ένα προσδιορισμό ο καταλληλότερος θα ήταν το πιο μεγάλο και το πιο πεισματάρικο πεδίο μάχης του πλανήτη, όπου μόνο ένα πράγμα συμβαίνει, αιώνια: η ήττα του ανθρώπου και των κατασκευών του, είτε σύνορα είναι αυτά, είτε παλάτια, είτε ναοί.
Οι ναοί όμως έχουν την μοναδική ικανότητα να ανασταίνονται, να περιπλέκουν ολοένα νέους ανθρώπους στα μυστήρια τους πριν τους οδηγήσουν στη θυσία, διότι αυτό παράγουν οι ναοί: θυσίες. Ατελείωτα θυσιαστήρια, ξεχωρίζουν στο τοπίο ακόμα κι όταν έχουν σωριαστεί οι λίθοι τους, ακόμα και κάτω από τη γη τα σκεπασμένα θεμέλια τους έχουν την ικανότητα να ξανασηκώνονται, κι αυτό είναι όντως θαυμαστό αλλά είναι το μοναδικό θαύμα που γίνεται εκεί, ούτε οι παράλυτοι περπατούν, ούτε οι νεκροί ξαναζούν, όπως ισχυρίζονται οι επίσκοποι, απλώς τους αντικαθιστούν άλλες αιματοκυλισμένες γενεές των γενεών. Μια τραγωδία χωρίς κάθαρση, διαρκής κι ανεξήγητη, τίποτα δεν εξηγείται θρησκευτικά, ούτε εμπορικά, ούτε πολιτικά, ένας κύκλος ύβρεως επαναλαμβάνεται στους αιώνες. Τον τελευταίο αιώνα μάθαμε να λέμε, οι Γερμανοί, οι Ρώσσοι, οι Αμερικάνοι, οι αποικιοκράτες, ο ιμπεριαλισμός και τα πετρέλαια, και βέβαια όλα αυτά έπαιξαν και παίζουν τους ρόλους τους, αλλά μόνο συγκυριακά, ως αφορμές και εντοπισμένες στο χρόνο σκηνοθεσίες που μένουν βουβές αν κάποιος αναρωτηθεί γιατί όλα συμβαίνουν μέσα σε αυτή την άγονη γεωγραφία, και με τέτοια θεία μανία, από εδώ ως τα έσχατα όρια του μύθου.
Η ανθρωπότητα μέτρησε και κατέκτησε το χώρο, υπέταξε τη φύση, αλλά όταν βρίσκεται μέσα σε αυτό το γεωγραφικό τόξο διαπιστώνει πως δεν έχει τίποτα στα χέρια παρά άμμο και αυτό είναι πολύ βαρύ να το δεχθεί, όπως ήταν αδύνατον να δεχθεί ο Μωυσής πως περιπλανήθηκαν οι ισραηλίτες χαμένοι για 40 χρόνια σε 100 μίλια δρόμο, όπως χάθηκε ο Μεγαλέξανδρος κι έχτιζε Αλεξάνδρειες για να βρίσκει το δρόμο, όπως χάθηκαν οι Ρωμαϊκές Λεγεώνες, όπως δεν είχαν μούτρα να γυρίσουν πίσω οι Επίσκοποι κι οι Ιππότες των Σταυροφοριών, τι να έλεγαν; Όπως δεν ομολογούν όσοι στρατοί πολεμούν ακόμα εκεί, πως σκοτώνουν και σκοτώνονται χωρίς σκοπό και τελικά δίχως κέρδος, σε λίγο κανείς δεν θυμάται τι πήγε να κάνει, προχωρούν στα τυφλά και τους πιάνει λύσσα να νικήσουν έστω τον πρώτο τυχόντα αντίπαλο πριν χαθούν σε αυτό τον πέτρινο τόπο όπου φωλιάζουν μοχθηροί Θεοί.
Η γεωγραφία είναι ξεκάθαρη: κανείς δεν μένει για καιρό όρθιος εδώ, αλλά το μυαλό των ανθρώπων δεν μπορεί ακόμα και μετά από χιλιάδες χρόνια εμπειρίας να συλλάβει την ωμή αλήθεια του τόπου, και ο καθένας νομίζει πως μπορεί να μείνει νικητής και κύριος του χώρου. Ίσως οι πλέον αδικαιολόγητοι είναι ο ισραηλινοί – από όλους εκείνοι θα έπρεπε να ξέρουν καλύτερα πως δεν αρκούν λίγα ή πολλά χρόνια κυριαρχίας, και εκτός από αισχρό είναι μάταιο που σκοτώνουν, άοπλους μάλιστα, παλαιστίνιους στη Γάζα.

14 February 2018

[Ο Οδυσσέας πλέει]

Η γη αναχωρεί,
ο ναύτης αποκόβεται,
απομεινάρια της ακολουθούν την κίνηση
την προλαβαίνουν με μανικές  κραυγές
φτεροκοπήματα των γλάρων φαίνονται
κι αλμυρές σταγόνες
Mια αδίστακτη αλληλουχία ξεκινά,
ο αέρας δυναμώνει
οι κραυγές  δυναμώνουν
η στεριά λανθάνει, αβέβαιη πάνω στα βάθη
η εικόνα όμως γνώριμη, αντέχει
σπαρταρά σαν ξίφος ματωμένο, ζεστό
παραπλανά τα μάτια
εκείνα το νου
κι ο νους εκείνα
στα αυτιά φτάνουν σπασμένοι ήχοι, 
άλλοτε γέλια άλλοτε λέξεις μακρινές.

Αλλά, μια στιγμή μονάχα αρκεί
μια ματιά εμπρός επάνω ή κάτω,
στο χάρτη, να δει τη ρότα,
αν πήρε νερό ή νιτσεράδα,
κι όταν γυρίζει πίσω το βλέμμα
όλα έχουν χαθεί, χωρίς ίχνη
κανένας ήχος 
κανένα φτεροκόπημα
καμία μυρωδιά - πέρα από  εκείνη,
που έχει κρυμμένη στα ρουθούνια,
κι η στεριά μια βουλιαγμένη ανάμνηση,
φάντασμα, στοιχείο που νόμισε,
μόνη ελπίδα ο ορίζοντας
ελπίδα της ελπίδας δηλαδή,
αίνιγμα κι απάντηση,
το ξύλο που πατάει τρίζει σαν κάτι που υφαίνεται,
κι ο νόστος αγέννητος ακόμα,
κάτι απερίγραπτο συμβαίνει
Ο Οδυσσέας κλαίει.


(Σώτος Δασκαλόπουλος, 2018)

31 January 2018

Ο γεωφυσικός χάρτης φταίει.

Ανέκαθεν αγαπούσα τους χάρτες, από τις πρώτες ιχνογραφίες μου ως σήμερα, από τους αρχαιολογικούς και τους ναυτικούς ως τους μετεωρολογικούς οι χάρτες συνεχίζουν να με γοητεύουν, και η εξοικείωση μαζί τους έχει δημιουργήσει στο μυαλό μου ένα απόθεμα από νοητικούς χάρτες στους οποίους ανατρέχω και δεν χάνομαι ποτέ όπως ισχυρίζομαι, με έπαρση καμιά φορά. Έχω όμως μια παράδοξη δυσκολία με μια μεγάλη αλλά κοντινή περιοχή: πάντα μου διέφευγε ένας ακριβής νοητικός χάρτη της Μακεδονίας - και της Θράκης, ίσως γενικά της βορείου Ελλάδας. Σε γενικές γραμμές μπορώ να σχηματίζω μια εικόνα της περιοχής, αλλά μου διαφεύγει πλήθος από σημαντικές λεπτομέρειες προσανατολισμού.
Ίσως, εξαιτίας της νησιωτικής καταγωγής μου να αναγνωρίζω ως πατρίδα μια συγκεκριμένη γη που βρέχεται ολόγυρα από θάλασσα, και η έκταση που αρχίζει από τον Όλυμπο είναι ατελείωτη προς βορρά και κάπως με συγχύζει καθώς δεν περιβρέχεται από θάλασσα - κι αν ο Όλυμπος παίρνει μια αντάξια του κύρους του θέση στο μυαλό, άντε κι η Θεσσαλονίκη, η υπόλοιπη ενδοχώρα δεν φαίνεται να βρίσκει εύκολα κάποια αυτόνομη και σταθερή θέση ή σχήμα, παρά ετεροκαθορίζεται σχετικά με διάφορες τιμές: ξέρω ας πούμε πως, η Νάουσα είναι βόρεια της Βέροιας, αλλά ποια είναι η θέση της Έδεσσας ανάμεσα τους και που ακριβώς βρίσκονται αυτές οι τρεις σε σχέση με το Κιλκίς δεν μπορώ να απαντήσω με σιγουριά. 
Την Μακεδονία την έμαθα πρώτα από τη πατριδογνωσία και από άλλα αναγνώσματα και σχημάτισα μια ρευστή εικόνα η οποία όμως υπονομεύεται από τα εγγειοβελτιωτικά και αναπτυξιακά έργα κάθε εποχής που διαρκώς μετασχηματίζουν τη γεωγραφία: πως μπορούσα να φανταστώ όταν διάβαζα Π. Δέλτα ότι η λίμνη, στην οποία κρύβονταν μαχόμενοι με τους κομιτατζήδες ο Τέλλος Άγρας και ο καπετάν Νικηφόρος, δεν υπήρχε ήδη στις μέρες μου; και πως χάνεται μια ολόκληρη λίμνη χωρίς να αφήσει ίχνη; Είχα μια γραμματεία συγκροτημένη από παγωμένες ομίχλες σε χαοτικούς καλαμιώνες γεμάτους με παλικάρια Έλληνες και πονηρούς Βούλγαρους πάνω σε μονόξυλα, που έκαναν τις δουλειές τους κάτω από τη μύτη των Τούρκων. Βέβαια, με τον καιρό αν και κατάλαβα τις ιστορικές αλλαγές δεν μπορώ να ισχυριστώ το ίδιο για τις γεωγραφικές, και μη με ρωτήσει κάποιος πως πάνε στα Γιαννιτσά ή στη Νιγρίτα. Ιδιαίτερα τώρα πια με την Εγνατία νοιώθω πως το έχασα οριστικά το παιχνίδι - οι καινούριοι αυτοκινητόδρομοι είναι καλοί όταν ξέρεις που πηγαίνεις, όμως αν δεν ξέρεις δεν πρόκειται με αυτούς να ανακαλύψεις άγνωστη πόλη παρά μόνο από λάθος έξοδο. 


Λίγο νωρίτερα ήταν εκείνος ο χάρτης. Ο δάσκαλος, στην πέμπτη ή στην έκτη (; ) με έβαλε τιμωρία να κάθομαι για μια ολόκληρη χρονιά μαζί με άλλον ρεμπεσκέ συμμαθητή σε ξέχωρο θρανίο, βαλμένο κάθετα προς τα άλλα στη γωνία της τάξης δίπλα στη πόρτα, έτσι που δύσκολα βλέπαμε τον πίνακα, και σύντομα χάσαμε κάθε επαφή με τα τρέχοντα μαθήματα. Μείναμε εκεί μόνοι, αλλά είχαμε τον χάρτη πάνω από τα κεφάλια μας: ένα παμπάλαιο μεγάλο γεωφυσικό χάρτη της βαλκανικής χερσονήσου, όπου η μορφολογία του εδάφους απεικονίζονταν: με γαλάζιο για τα ποτάμια και τις λίμνες με πράσινο οι πεδιάδες με καφέ και κίτρινο τα βουνά -χρώματα που περισσότερο τα υποθέταμε παρά τα βλέπαμε αφού το σύνολο ήταν κιτρινισμένο από την πολυκαιρία. Ήταν μια όμορφη ζωγραφιά, θα ήταν, όμως με όλα τα χωριά τις πόλεις τα ποτάμια ανάκατα, χωρίς διαφορά μεγέθους, χωρίς χώρες, χωρίς δρόμους, και χωρίς σύνορα, μια αυστηρά γεωγραφική θεώρηση που θα ταίριαζε περισσότερο στη κοινοβιακή άποψη του Ρήγα Βελεστινλή και όχι με τη σύγχρονη των ξεχωριστών κρατών. (αυτά για το Ρήγα δεν τα σκεφτόμουν τότε, τον απέφευγα άλλωστε καθώς η διδασκαλία τον συμψήφιζε στους ήρωες της ελληνικής επανάστασης πράγμα που επίσης με μπέρδευε). Τότε όμως, σε εκείνο το θρανίο του αποκλεισμού από το πρόγραμμα της τάξης, επινόησα ένα παιχνίδι στο οποίο συμφώνησε κι ο άλλος και έκτοτε παίζαμε όλες τις μέρες της σχολικής χρονιάς.
Ήταν ένα απλό παιχνίδι: «Που είναι το Λέσκοβατς, που η Βλάδοβα, και που το τάδε ή το δείνα;», ψιθύριζε ο ένας στον άλλον δίχως να κοιτάζει το χάρτη. 
Ψάχναμε, με κρυφά βλέματα.
«Εκεί», δείχναμε με το δάχτυλο όταν ο δάσκαλος γύριζε πλάτη.
Πράγματι ήταν όλα εκεί, και όλα εξαρτιόντουσαν από εμάς, από την παρατηρητικότητα και τη ταχύτητα μας, για να ανασυρθούν για μερικά λεπτά, ή και δευτερόλεπτα, από το χάος του χάρτη, και να πάρουν μια κάποια λεκτική υπόσταση, καταλαβαίνετε, χωρίς άλλη καμία ταυτότητα, η μόνη διάκριση που μέτραγε ήταν μεταξύ εξωτικών και συνηθισμένων ονομάτων. 
Τα συνηθισμένα ήταν τα καλύτερα, εκείνα δυσκόλευαν τον αντίπαλο να τα εντοπίσει και μπορούσαν να βγάζουν νικητή μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι: το Ηράκλειον η Ξυλόπολις η Νεόπολις το Ξηρολίβαδον …, αλλά όχι τα πασίγνωστα όπως Φλώρινα Σέρρες κλπ, αυτά ήταν καμένο χαρτί. 
Αλλά και τα εξωτικά όμως μπορούσαν να έκαναν το παιχνίδι συναρπαστικό: η Βισαλτία η Βένδενις Ραβένιτζα η Τερπίλος Δόγραν η Μυγδονία το Κόζιον η Λυχνιδία η Φύσκα η Άζιβος Ιζίπ το Πέργαμον Περγαμάρ. 
Εκατοντάδες τοποθεσίες, μόνο με τα ονόματα χωρίς την ιστορία τους ή κάποια άλλη πληροφορία, βρίσκονταν ασύνταχτες στο χάρτη μας κι επέκτειναν την ίδια του την ασάφεια από την οποία πολλές φορές μόνο κατά τύχη μπορούσαμε να δραπετεύσουμε, αλλά το όλο πράγμα το θυμάμαι απολαυστικό. Εν ολίγοις, είχαμε πορωθεί με το χάρτη. Ο άλλος ήταν καλύτερος, δεν ξέρω πώς μια που ήταν εντελώς σκράπας μαθητής αλλά κατάφερνε και τα έβρισκε γρήγορα, και στην αρχή έχανα. Όμως, όσο περνούσε ο καιρός, το παιχνίδι της παρατήρησης μεταβαλλόταν σε παιχνίδι οπτικής μνήμης στην οποία είχα το πλεονέκτημα, και το τέλος της χρονιάς με βρήκε πρωταθλητή.

Αργότερα, ξαναβρήκα τη γνώριμη ασάφεια του βορειοελλαδίτικου χώρου στα δελτία του ΠΡΟΠΟ, ιδιαίτερα στους αγώνες της Β και της Γ εθνικής, όπου ο Αλμωπός Αριδαίας ή ο Κολινδρός, προκαλούσαν με την άγνωστη γεωγραφία τους και τις ακόμα πιο άγνωστες φανέλες την αδυναμία να αποφασίζω 1, 2 ή Χ, και έπαιζα στα κουτουρού, χωρίς να κερδίσω ούτε μια φορά. 


Τέλος, σημαντικό ήταν που δεν υπηρέτησα στο πεζικό και δεν έμαθα να ξεχωρίζω το Σιδηρόκαστρο από το Ωραιόκαστρο. Θέλω να πω ότι, για ένα νότιο αυτοί οι τόποι είναι δύσκολα κατανοητοί και ότι έμαθα το έμαθα αργότερα από τα λιγοστά ταξίδια μου στο βορρά όταν σιγά σιγά κατάλαβα πως πάνω από τον 39ο παράλληλο σημασία έχουν τα επίθετα κι όχι τα ουσιαστικά, και γιατί στα χωριά των Αντιχασίων φερειπείν μου έλεγαν «τότε εδώ ήταν το τούρκικο» ή «το ελληνικό ήταν πέρα από τη Μελούνα», ή «οι ληστές περνούσαν για να σωθούν στο αλβανικό» κλπ. (η Μελούνα μάλιστα, ως βουνό είναι αιώνια και δικαιούται ουσιαστικό όνομα! Τα εθνικά όμως σε εκείνες τις περιοχές ήταν για αιώνες εφήμερα, και ένα επίθετο τους είναι αρκετό).
«Γιατί τα λέτε έτσι;
» ρωτούσα: «την Ελλάδα... ελληνικό και τη Τουρκία... τουρκικό;» Έδειχναν να απορρούν με την ερώτηση: «... έτσι τα λέγανε», απαντούσαν. 
Έτσι μιλούν ακόμα σε αρκετά μέρη, με επίθετα που είναι λιγότερο σταθερά από τα ουσιαστικά, τέτοιους νοητικούς χάρτες έχουν, αλλά που τους εξασφαλίζουν, κι ας τρομάζουμε οι υπόλοιποι, πως δεν θα κάνουν μεγάλο λάθος εάν κάτι έχει αλλάξει εν τω μεταξύ χωρίς οι ίδιοι να το έχουν πληροφορηθεί. Ή απλώς, κι εκείνοι είχαν μεγαλώσει με παρόμοιους γεωφυσικούς χάρτες που προάγουν το διεθνισμό και όχι με πολιτικούς που διακρίνουν με ανύπαρκτες γραμμές στο σώμα της γης, αλλά παρά τούτο ξεκάθαρες, τις εθνικές διαίρεσεις μιας περιοχής.
Πάντως, όταν ταξίδεψα στα νοτιοδυτικά Βαλκάνια διαπίστωσα πως όλοι οι νοητικοί χάρτες μου ήταν για πέταμα, καθώς κανείς από αυτούς δεν περιείχε τη μυρωδιά του τόπου: γλυκάνισο.







05 November 2017

ατελείωτο


Οι δυο εκδοχές του ατελείωτου: ένα ανολοκλήρωτο τείχισμα γίνεται στήριγμα για τον ατελείωτο κύκλο της φύσης. Η ανθρώπινη κατασκευή προσπαθώντας να χτίσει μια αναπαράσταση του αέναου δεν καταφέρνει παρά μια συγκίνηση για το εφήμερο - πράγμα που όπως και να κάνει δεν είναι λίγο, αρκεί να γίνεται κατορθωτή η επανάληψη.